ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ "Ι.Κ. ΒΕΛΛΙΔΗΣ"

ΚΥΡΙΑΚΗ
21
ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1996
Η πρώτη Ελληνική Εφημερίδα στο Internet

Θέματα


ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥΣ

Τα παλιά τα χρόνια η διδασκαλία της γραμματικής ήταν συστηματική στα σχολεία μας. Οι φιλόλογοι δίδασκαν το ετυμολογικό με σχολαστικότητα. Η ανάλυση των λέξεων στα συστατικά τους και η εύρεση της σημασίας τους έθελγε τους μαθητές. Τα ερωτήματα ήταν επίμονα "κύριε τί σημαίνει το επώνυμό μου;" Ομως ο μόνος ίσως δάσκαλος που μπορούσε να δώσει απάντηση στη σύγχρονη εποχή ήταν ο συνταξιούχος σήμερα, λυκειάρχης, φιλόλογος κ. Κωνσταντίνος Τρυφερούλης ο οποίος έχει αφιερώσει πολλά χρόνια στην μελέτη των "ανθρωπωνυμιών". Πρόσφατα κυκλοφόρησε η πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του με τίτλο "Ετυμολογική ακτινογραφία των ονομάτων των Ελλήνων πρόεδρων, πρωθυπουργών, βουλευτών και ευρωβουλευτών (1974-1995)" από τις εκδόσεις "Επικαιρότητα".

Ο συντάκτης του βιβλίου,όταν συνταξιοδοτήθηκε το 1989, άρχισε να πλουτίζει και να οργανώνει συστηματικά την προσωπική του συλλογή των κύριων ονομάτων προσώπων μόνο (ανθρωπωνυμίων) και όχι ονομάτων τόπων (τοπωνυμίων). Κύρια πηγή των ερευνών του ήταν οι βιβλιοθήκες των σπουδαστηρίων όλων των τμημάτων της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Είναι χαρακτηριστικά αυτά που αναφέρει ο κ. Τρυφερούλης στο βιβλίο του που δίνει απάντηση στην προέλευση κάθε ονόματος βαφτιστικού ή οικογενειακού.

Σχεδόν όλα τα οικογενειακά ονόματα, ή όπως αλλιώς τα ονομάζουμε επώνυμα ή επίθετα, γράφει, σχηματίζονται με την προσθήκη παραγωγικών καταλήξεων, δηλαδή ονοματικών καταλήξεων ενισχυμένων με άλλους φθόγγους, τα λεγόμενα προσφύματα γεωργ-ός: όςονοματική κατάληξη. Εχουμε επώνυμα με ονοματικές μόνο καταλήξεις: Καλ-ός, Γεώργ-ιος: ιοςπαραγωγική κατάληξη η επίθυμα. Το -ι λέγεται πρόσφυμα: Γεώργιοςαυτός που έχει σχέση με τη γεωργία, Γεωργ-ιάδης: -ιάδηςπατρωνυμική παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει το γιό του Γεωργίου, Γεωργ-άκης: -άκηςπατρωνυμική παραγωγική κατάληξη, που αρχικά ήταν υποκοριστική, αλλά σήμερα έχει ατονήσει ο υποκορισμός, και Γεωργάκης, ως οικογενειακό όνομα δεν είναι ο μικρός Γιώργος, αλλά ο γιός ή απόγονος του Γεωργίου, Γεωργ-ουλάκος: -ουλάκοςπαραγωγική κατάληξη, που περιέχει δύο υποκορισμούς: -ούλι (σακούλι) και -άκος (γεροντ-άκος) της οποίας δεν είναι αισθητή ούτε η υποκοριστική ούτε η πατρωνυμική ιδιότητα και ηχεί απλώς ως κατάληξη.

Στην Ιλιάδα και Οδύσσεια ο Αγαμέμνονας λέγεται και Ατρείδης (γιός του Ατρέα) ο Ορέστης αναφέρεται και ως Αγαμεμνονίδης (γιός του Αγαμέμνονα) ο Οδυσσέας φέρει και το όνομα Λαερτ-ιάδης (γιός του Λαέρτη) και ο Μαχάων ακούει και στο Ασκληπ-ιάδης (γιος του Ασκληπιού). Πάνω από 3.000 χρόνια συνεχώς και χωρίς κανένα κενό, οι Ελληνες ονομάζονται με επώνυμα που λήγουν σε -ίδης και -ιάδης, και όχι μόνο οι Ελληνες της Ελλάδας, αλλά και οι Ελληνες της διασποράς.

Τα σε -ίδης και -ιάδης επώνυμα πολλαπλασιάστηκαν πολύ μετά την μικρασιατική καταστροφή. Οι πρόσφυγες δεν είχαν σταθερά επώνυμα, όπως και οι Τούρκοι, των οποίων τα επώνυμα καθόρισε με νόμο ο Κεμάλ του 1929. Οι επιτροπές υποδοχής των Ελλήνων προσφύγων έκαναν και χρέη αναδόχων. Σε πολλούς γιούς Γιάννηδων έδωσαν το επώνυμο Ιωαννίδης, το παιδί του Κώστα το είπαν Κωνσταντινίδη, ενώ παράλληλα έκαναν και το έργο του εξελληνισμού των επωνύμων: τον Μπαϊρακτάρη τον έκαναν Σημαιοφορίδη, τον Εκμέκογλου Ψωμιάδη.

Στα ετυμολογούμενα επώνυμα έχουν επισημανθεί 65 παραγωγικές καταλήξεις από τις οποίες ξενικής προέλευσης είναι οι παρακάτω: -(ο)πουλος, από το λατινικό pullus (πουλαράκι, πουλάκι). Η σημασία της ξεκίνησε από νεοσσούς: αετόπουλο, ορνιθόπουλο, παιδόπουλο, Παπαδόπουλο. Σήμερα η υποκοριστική σημασία της δεν είναι αντιληπτή και περισσότερο την αισθανόμαστε ως πατρωνυμική: Αναγνωστόπουλοςγιός του Αναγνώστη. Ηδη στη βυζαντινή εποχή χρησιμοποιείται ως πατρωνυμική κατάληξη (Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλοςγιος ή απόγονος του Αργυρού ή του Στρατηγού) με αμβλυμένη την υποκοριστική σημασία.

Ο συγγραφέας ετυμολογεί τα επώνυμα των Ελλήνων πολιτικών, χρησιμοποιώντας μια πλούσια βιβλιογραφία:

Καραμανλής είναι καταγόμενος από την Καραμανία, περιοχή της Νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας, που ορίζεται από τις πόλεις Κόνια (Ικόνιο) Ακσεχίρ (Φιλομήλιον), Νιτζ (Νίγδη), Ερεγκλί (Ηράκλειο) και Ερμενέκ. Εδώ ένας Σελτζούκος Τούρκος ο Καραμάν Μπέη το 1243 μετά τη διάλυση του κράτους των Σελτζούκων και μισό αιώνα πριν από την εμφάνιση των οθωμανών Τούρκων ίδρυσε με πρωτεύουσα το Ικόνιο, ένα κρατίδιο το οποίο διαλύθηκε στα χρόνια των διαδόχων του. Αυτού το όνομα περιέχει το τοπωνύμιο Καραμανία.

Το εμιράτο αυτό γρήγορα επεκτάθηκε βόρεια στην Καππαδοκία και νότια ως τη Μάκρη, Αττάλεια, Μερσίνη, Ταρσό και Αλεξανδρέτα. Εδώ υπήρχε από τους ελληνιστικούς χρόνους ένας ακμαίος Ελληνισμός, τη ζωτικότητα του οποίου έχουν εκφράσει οι Τρεις Ιεράρχες και μια θαυμάσια βυζαντινή τέχνη. Τον θέρισε όμως ψυχικά το φάσγανο του Ισλάμ και τον αφάνισε γλωσσικά το γιαταγάνι του Τούρκου. Ετσι οι περισσότεροι έγιναν μουσουλμάνοι και τουρκόφωνοι. Οσοι γλύτωσαν διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Πρώτα είναι αυτοί που έμειναν χριστιανοί και ελληνόφωνοι. Η καππαδοκική διάλεκτος είναι κατάλοιπο του γλωσσικού τους οργάνου. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που έμειναν χριστιανοί, αλλά έχασαν την ελληνική γλώσσα και έγιναν τουρκόφωνοι. Αυτούς μόνο η ορθόδοξη εκκλησία έσωσε από την εθνική απώλεια. Οι Καραμανλήδες σχεδόν μονοπωλούν την κατηγορία αυτή.

Ευφυείς και δραστήριοι οι Καραμανλήδες βρίσκουν τρόπο να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχουν ως τουρκόφωνοι να επικοινωνούν με την πίστη του Χριστού. Μεταφράζουν τα ιερά βιβλία της εκκλησίας στην τουρκική και το σπουδαιότερο, για το οποίο η ιστορία τους απένειμε τον τίτλο του πρωτοπόρου, χρησιμοποιώντας όχι το αραβικό αλφάβητο, αλλά το ελληνικό. Δεν ξεκίνησαν βέβαια από το μηδέν. Ο πατριάρχης Γεώργιος Γεννάδιος ο Σχολάριος, είχε μεταφράσει στην τουρκική ορισμένα αποσπάσματα ιερών βιβλίων κατ' απαιτήση του Μωάμεθ Β του Πορθητή, ο οποίος θέλησε να γνωρίσει τον Χριστιανισμό.

Κωνσταντίνος Καραμανλής: Ο πρώην πρόεδρος της δημοκρατίας, ο πολιτικός που σημάδεψε την ελληνική ιστορία πάνω από μισό αιώνα, έχει επώνυμο με ρίζα τουρκική. Ας μην είναι αυτό προς κακοφανισμό ούτε του ίδιου, ούτε και κανενός από τα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων. Το Karamanl είναι λάφυρο από μια μακραίωνη, ακατάπαυστη και ανελέητη πόλη. Είναι ένα σπαθί που σφυρηλατήθηκε για τη συντριβή μας, εμείς όμως το αποσπάσαμε ως έπαθλο νίκης από τα χέρια του αντίπαλου και γι' αυτό πρέπει να το κρατάμε με υπερηφάνεια και να το συντηρούμε με ευλάβεια.

Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας επικαλείται μια σχετική, εύστοχη επισήμανση που είχε διατυπώσει ο Παλαμάς. Τα ρωμαϊκά λουτρά -είχε γράψει ο ποιητής- τα βενετικά τείχη, τα σλάβικα τοπωνύμια, οι τουρκικές λέξεις του λεξιλογίου μας (μέσα σ' αυτές μπορεί να υπολογιστούν και τα ανθρωπωνύμιά μας) είναι λάφυρα από μια μακραίωνη, ακατάπαυστη και ανελέητη πάλη, είναι σπαθιά που σφυρηλατήθηκαν για τη συντριβή μας, αλλά εμείς τα αποσπάσαμε από τα χέρια του αντίπαλου ως έπαθλα νίκης και γι' αυτό πρέπει να τα κρατάμε με υπερηφάνεια και να τα συντηρούμε με ευλάβεια. Ετσι τα ξένα ανθρωπωνύμια δεν πρέπει καθόλου να μας στενοχωρούν. Είναι τίτλοι δόξας και τιμής.

Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο συγγραφέας αφιερώνει 6 σελίδες ανιχνεύοντας τις ρίζες του ονόματος από την ομηρική εποχή, ενώ αναζητεί και τη συγγένεια με άλλους ομώνυμους οικογενειακούς κλάδους.

Η κατάληξη σε -όπουλος είναι πατρωνυμικό του βαφτιετικού Στέφανος, το οποίο είναι αυτούσιο, το αρχαίο (ομηρικό) προσηγορικό ουσιαστικό στέφανος... στεφάνιον... στεφάνι. Οι παραγωγικές καταλήξεις -άνος, -άνον σχηματίζονται ουσιαστικά από ρήματα και δίνουν σ' αυτά τη σημασία του οργάνου: στέφω - στέφανος, δρέπω - δρέπανον.

Κωνσταντίνος Σημίτης, πρωθυπουργός. Η γραφή αυτή μας οδηγεί στους Σημίτες, αρχαίους ανατολικούς λαούς. Σημιτικής καταγωγής είναι οι Αραβες, Εβραίοι, Παλαιστίνιοι, Ασσύριοι, Χαλδαίοι κλπ. Η διάκριση είναι γλωσσική και όχι φυλεκτική. Ολοι ανήκουν στη λευκή φυλή. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ανήκουν στους Χαμίτες. Επομένως το Σημίτης προέρχεται από το ανθρωπωνύμιο Σημ, πρώτο γιο του Νώε, με την προσθήκη της κατάληξης-ίτης.

Το επώνυμο όμως του πρωθυπουργού, διευκρινίζει ο συγγραφέας, προέρχεται από το τουρκικό σιμιτ (κουλούρι, σμίτι) και Σιμίτης σημαίνει κουλουράς, κουλουρτζής, κουλουροπώλης. Πολλές λέξεις που σημαίνουν φαγώσιμα με την προσθήκη του τελικού -ς έγιναν οικογενειακά ονόματα: καρβέλι - Καρβέλης, κουλούρα - Κουλούρας, λαγάνα - Λαγάνς, πιπέρι - Πιπέρης, ρεβίθι - Ρεβίθης.

Απόστολος Κακλαμάνης, πρόεδρος της βουλής. Κακλαμάνης και Κακλαμάνος είναι παράλληλοι τύποι του ίδιου οικογενειακού ονόματος. "Κακλαμάνοι: Ούτω ωνομάσθηκαν εις το στρατόπεδον των Πατρών ως εκ της ενδυμασίας των, οι ελθόντες εις το φρούριον το 1822 Λαζοί Τούρκοι", όπως γράφει ο κ. Ν. Τριανταφύλλου στο ιστορικόν λεξικόν Πατρών. Το επώνυμο και με τις δύο του μορφές απαντάται κυρίως στην Αρκαδία, αλλά το βρίσκουμε και στα Επτάνησα. Ο σημερινός πρόεδρος της βουλής γεννήθηκε στη Λευκάδα.

Μιλτιάδης Εβερτ, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Το επώνυμο προέρχεται από εκείνους τους Βαυαρούς που ακολούθησαν τον Οθωνα και αποτέλεσαν τα πρώτα στελέχη της κρατικής μηχανής. Αφομοιώθηκαν χωρίς δυσκολίες. Οι απόγονοί τους σχημάτισαν και οικισμό, το Ηράκλειο Αττικής. Το Εβερτ είναι ευρέως διαδεδομένο ανθρωπωνύμιο σε όλη τη Γερμανία και τις γερμανόφωνες περιοχές με τις μορφές Ebbert, Ebert, Ewert, Ebart, Eppart.

Ξεκινάει ως προσηγορικό (κοινό) ουσιαστικό της αρχαίας γερμανικής γλώσσας με την μορφή ebour και τη σημασία του κάπρου, του αγριόχοιρου. Στο Μεσαίωνα παίρνει και την μορφή eber και παράλληλα με την κύρια σημασία είχε και την υποδήλωση του άρχοντα, του ηγέτη, του πρίγκιπα, προφανώς γιατί η μαχητικότητα και ορμητικότητα του κάπρου ήταν ιδιότητες που ζήλευαν οι παλιοί Γερμανοί ηγεμόνες.

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της Ν.Δ. Το Μητσοτάκης είναι προσδιοριστικό σύνθετο. Και προέρχεται από το ο Τάκης γιος του Μήτσου. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στο Μητσοτάκης υπάρχει το βενετικό Αμίτζο που η σημερινή ιταλική το έχει ως αμίκο (φίλος). Από το Αμίτσο με παράλειψη του α και με την προσθήκη της ιταλικής υποκοριστικής κατάληξης - οττο ερχόμαστε στο Mizzotto.

Το Mizzo και Mizzotto αποδόθηκαν στα ελληνικά με τα Μίτσος - Μήτσος και Μιτσότος - Μιτσότος. Από το τελευταίο με την προσθήκη της κατάληξης -άκης, φτάνουμε στο Μητσοτάκης.

Αντώνης Σαμαράς, πρόεδρος της Πολιτικής Ανοιξης. Προέρχεται από το προσηγορικό (κοινής έννοιας) ουσ. σαμάρι με την κατάληξη -ας με την οποία σχηματίζονται επαγγελματικά ουσιαστικά (ψωμάς, ψαράς, λαδάς, ωρολογάς). Στο σαμάρι υπάρχει η αρχαία ελληνική λέξη σάγμα (σέλλα, σαμάρι, εφίππον, από το ρήμα σάττω (φορτώνω, συσκευάζω) και τη λατινική κατάληξη -αριουμ- αριονσαγμάριο - σαμάριον - σαμάρι. Τη λέξη δανείστηκαν από μας οι Τούρκοι και την έχουν στη γλώσσα τους ως σεμέρ, όπως έχουν και το σεμερσί που σημαίνει σαμαράς.

Αλέκα Παπαρήγα, γενική γραμματέας του ΚΚΕ. Είναι άκλιτη γενική (η Παπαρήγα της παπαρήγα) και δηλώνει την κόρη ή σύζυγο αυτού που ονομάζεται Παπαρήγας. Το επώνυμο είναι σύνθετο από το πρόθημα παπα (το αρχαίο πάποςπαπούς) και το ανθρωπωνύμιο (βαφτιστικό και επώνυμο) Ρήγας από το λατινικό ρεξ που σημαίνει βασιλιάς.

Η ετυμολόγηση, ακόμα και λέξεων κοινών εννοιών της γλώσσας μας, παρατηρεί ο κ. Τρυφερούλης, είναι ένα πολύ δύσκολο και παρακινδυνευμένο εγχείρημα, που συχνά οδηγεί σε παρετυμολογίες και αποδεικνύεται μάταιο. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα βαφτιστικά και οικογενειακά μας ονόματα, τα οποία είναι αποκρυστάλλωμα ποικίλων κοινωνικών μετασχηματισμών, απηχούν ένα μακρότατο και ιστορικό παρελθόν 3.000 χιλιάδων τουλάχιστον χρόνων και περιέχουν ένα βαρύ συναισθηματικό φορτίο.

Η χαρά και η υπερηφάνεια των αρχαίων Ελλήνων ήταν το όνομά τους το προσωπικό, ποτέ το επαγγελματικό ή ο τίτλος. Ο Περικλής δεν ήταν ο στρατηγός Περικλής ή ο πολιτικός Περικλής, αλλά ο Περικλής ο Ξανθίππου (υιός). Ιστορικά προηγήθηκαν τα βαφτιστικά και ακολούθησαν τα οικογενειακά, τα οποία στην συντριπτική τους πλειοψηφία προέρχονται από βαφτιστικά. Την κοινωνική μας παρουσία με το βαφτιστικό την κάνουμε συνήθως. Σπανίως ακούμε το επώνυμο και στο άκουσμά του δεν νιώθουμε και ευχάριστα.

Ο φιλόλογος κ. Κ. Τρυφερούλης δίδαξε επί 35 χρόνια σε δημόσια σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλα 3 στο ιδιωτικό γυμνάσιο Κωνσταντινίδη στη Θεσσαλονίκη. Πολλές δεκάδες παιδιών έχουν περάσει από τα χέρια του στα οποία καλλιεργούσε τα ονοματολογικά ενδιαφέροντα των μαθητών. Ανοιγε τον κατάλογό του, ιδιαίτερα στην αρχή της σχολικής χρονιάς και καλούσε για μάθημα την Κυριακή, τον Μικρό, τον Αιγυπτιώτη, τον Εισπράκτορα, τον Συμβολαιογράφο, τον Αλέξανδρο, τον Πανορμίτη. Οι μαθητές άκουαν έκπληκτοι γιατί τέτοια ονόματα δεν υπήρχαν. Σύντομα όμως ανακάλυπταν ότι πρόκειται αντίστοιχα για τους συμμαθητές τους Δόμνα, Παύλο, Μισιρλή, Ταξιλντάρη, Νοτάριο, Σκεντέρη, Παντερμαλή.

Σε επικοινωνία που είχαμε με τον συγγραφέα ο οποίος ζει στη Λάρισα είπε ότι ήταν δύσκολο να κάνει αντικείμενο της μελέτης του όλο το φάσμα των ανθρωπωνυμίων των σημερινών Ελλήνων. Επρεπε να βρεθεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα. Οι βουλευτές το δίνουν διότι εκπροσωπούν όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας.

Στην επιλογή του αυτή επηρεάστηκε και από τη νέα αντίληψη για την συγγραφή της ιστορίας, που εκφράζει η μη συμβαντολογική ιστορία (λέγεται και ποοσοτική ιστορία) η οποία δεν ασχολείται με τα συμβάντα (γεγονότα) αλλά μελετάει δομές κοινωνικές, όπως για παράδειγμα: "Το εμπόριο στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα", "Μέσα μεταφοράς στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα", "Οι μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων στον 19ο αιώνα".

Στις περιπτώσεις αυτές, όπως παρατηρεί ο ίδιος, έχουμε να κάνουμε με μετρήσιμα ποσά τα οποία μας οδηγούν στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Πολύ ενδιαφέρον θέμα είναι και τα ανθρωπωνύμια των Ελλήνων σε μία δεδομένη ιστορική περίοδο, που αποτελούν και αυτά μετρητή ποσότητα. Κανένα λεξικό δεν παρουσιάζει το ποσοστό των ξένων λέξεων της γλώσσας μας πάνω από 15%. Ομως τα επώνυμιά μας υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό. Γιατί;

Ο καθηγητής Τρυφερούλης δίνει την απάντηση: "Το ανθρωπωνύμιο (βαφτιστικό και επώνυμο) έχει τη δική του δυναμική. Ισχύς του είναι το εντυπωσιακό, το ανεπανάληπτο, το ξεχωριστό, με μία λέξη η ιδιαιτερότητα. Τα γνωρίσματα αυτά περιέχουν κατ' εξοχήν οι ξένες λέξεις. Επιπλέον η σημερινή Ελλάδα είναι κληρονόμος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία ήταν ένα υπερεθνικό κράτος με τη θρησκεία ως συνεκτικό δεσμό των πολιτών της. Η εθνότητα, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι έννοια που διαμορφώθηκε στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης. Την πλειοψηφία του πληθυσμού της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχαν βέβαια οι Ελληνες, αλλά στη μεγάλη επικράτειά της είχαν θέση και πολίτες άλλων εθνότητων, αρκούσε αυτοί να είναι χριστιανοί. Ετσι η ονοματολογία των βυζαντινών είχε έναν έντονο ξενικό χρώμα, το οποίο κληροδοτήθηκε και στην ονοματολογία των σημερινών Ελλήνων".

Στις αρχές του αιώνα μας επικρατούσε μία εχθρότητα προς καθετί το ξένο, ιδιαίτερα αυτό που εμφανίζεται στη γλώσσα μας. Οι Ευρωπαίοι έγραφαν ειρωνικά ότι οι Ελληνες λόγιοι συνεχίζουν την επανάστατη (εννοούσαν το 1821) που άρχισαν οι πρόγονοί τους πριν από 100 χρόνια. Την τάση αυτή την χτύπησαν πολλοί ως επιζήμια.

Ολη η ταραγμένη ιστορία μας -τονίζει ο κ. Τρυφερούλης- απεικονίζεται στα ανθρωπωνύμιά μας. Η ρωμαιοκρατία, η φραγκοκρατία, οι σχέσεις μας με τους Σλάβους, η βενετοκρατία, η τουρκοκρατία και η πρόσφατη βαυαροκρατία. Και πλάι στα πολλά άλλα στοιχεία, το ανθρωπωνύμιο (βαφτιστικό και επώνυμο) περιέχει για τον καθένα μας και πολύ συναισθηματικό περιεχόμενο. Ετσι είναι πολύ ελκυστική και πολύ δελεαστική η πορεία προς την αφετηρία των λέξεων με τις οποίες ονομαζόμαστε.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΕΝΑΡΔΟΣ


[Πρωτοσέλιδο Ημέρας] - [Αρχείο προηγούμενων φύλλων] - [Θέματα]